Τρίτη, 9 Απριλίου 2013

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


                                                         
                                        Λυρική ποίηση


    Η λυρική ποίηση είναι λογοτεχνικό είδος, το οποίο αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα.
Πήρε το όνομα της από τη συνοδεία της λύρας, μουσικού οργάνου συνηθισμένου στην αρχαιότητα.
Πρώτοι ποιητές ήταν η Σαπφώ και ο Αλκαίος από τη Λέσβο και ο Πίνδαρος από την Βοιωτία. Ακολούθησαν ο Αρχίλοχος από την Πάρο, ο Σιμωνίδης ο Κείος, ο Μίμνερμος από την Κολοφώνα καιο Αλκμάναπό τη Σπάρτη.

                                                        Λυρικοί ποιητές

    Αλκαίος: Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη περίπου το 620 π. Χ.και έζησε
την ίδια εποχή με τη Σαπφώ. Η ζωή του συνέπεσε με την εμφάνιση και επικράτηση της τυραννίας. Ο ίδιος αναμίχθηκε ενεργά στη πολιτική.
Ο Αλκαίος επηρέασε και τους μεταγενέστερους ποιητές.
Ο Θεόκριτος στα «Ειδύλλιά» του τον μιμείται, το ίδιο κι ο Λατίνος ποιητής Οράτιος, ενώ στην Αθήνα, στην ακμή του 5ου αιώνα π. Χ., τραγουδούσαν στα συμπόσια τραγούδια του.
Εκτός των άλλων γνωστών μέτρων που χρησιμοποίησε —σαπφικό, ιαμβικό τετράμετρο, ασκληπιάδειο μείζον— επινόησε και την αλκαϊκή στροφή: υ - υ -υ | - υυ - | υυ.


                                                             Σαπφώ

    Γενική της Σαπφούς, (αιολική διάλεκτος Ψαπφώ, αποκαλούμενη και Σαπφώ η Λεσβία από τον τόπο καταγωγής της) (~ 630 -570 π. Χ .), ήταν Eλληνίδα λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο, ιδιαίτερα γνωστή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα για τα ποιήματά της .
Τα έργα της
Η Σαπφώ έγραψε ερωτικά ποιήματα, ύμνους στους θεούς και επιθαλάμια (τραγούδια του γάμου). Η ποίησή της δονείται από αυθορμητισμό και έντονα αισθήματα. Αρκετοί από τους στίχους της μαρτυρούν έντονο ερωτισμό και λυρισμό. Από τα ποιήματά της, που συνέλεξαν οι Αλεξανδρινοί και δημοσίευσαν σε βιβλία, τα πιο διάσημα ήταν οι Ύμνοι και τα Επιθαλάμια.
Ίσως κανένας άλλος λογοτέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Σαπφώ στην ομορφιά της σκέψης, στον μελωδικό της στίχο και στην ένταση των αισθημάτων της.
 Εκτός από μικρά αποσπάσματα, έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο ένας Ύμνος στην Αφροδίτη («Ποικιλόθρον' αθάνατ' Αφροδίτα»), η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφερόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού, που ανακαλύφθηκε από αποκατάσταση παπύρου της Οξυρρύγχου και εκδόθηκε το 2005.
Αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Η Ωδή «Ότωι τις έραται»
Με τον λογοτεχνικό όρο Ωδή χαρακτηρίζεται ειδικό είδος της λυρικής ποίησης που φέρεται να πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα κυρίως με εγκωμιαστικό χαρακτήρα, όχι όμως την πνευματική ανάταση του ύμνου, που αποτελούσε την ουσιώδη διαφορά τους.
Οι ωδές αποτελούσαν στην ουσία τραγούδια που ψάλλονταν από χορευτές εγκωμιάζοντας θεούς, άρχοντες,
 ήρωες ή πολιτικές καταστάσεις.
Χαρακτηριστικές τέτοιες ωδές ήταν εκείνες του Πίνδαρου που εγκωμίαζε τους νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων.
 Η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφερόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού, που ανακαλύφθηκε από αποκατάσταση παπύρου της Οξυρρύγχου και εκδόθηκε το 2005.
 

                                                     Επική ποίηση

      Το έπος είναι λογοτεχνικό είδος, του οποίου τα κύρια χαρακτηριστικά είναι το μεγάλο μέγεθος, ο έμμετρος λόγος και ορισμένα εξειδικευμένα εκφραστικά μέσα.
Τα έπη κατά κύριο λόγο περιγράφουν θρυλικές πράξεις και ήρωες του παρελθόντος, συχνά δε το θέμα τους είναι μυθολογικό.
Ως έπη έχουν χαρακτηριστεί αρχαία λογοτεχνικά κείμενα, (όπως για παράδειγμα η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου, το Έπος του Γκιλγκαμές, η βόρεια Κάλεβαλα, το Μπεογούλφ και άλλα) και περιστασιακά, μεμονωμένα έργα πιο σύγχρονων συγγραφέων.
Ο συγγραφέας ενός έπους συχνά δεν είναι γνωστός.
Εικάζεται ότι κάποια έπη έχουν γραφτεί συλλογικά, από την παράδοση κι όχι από έναν άνθρωπο.
Έπος σήμαινε αρχικά "λόγος", όμως από τον 5ο αιώνα π. Χ. η λέξη χρησιμοποιήθηκε με μια ειδική σημασία' σήμαινε αφηγηματικό ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο.
Τα παλαιότερα από τα αρχαία ελληνικά έπη είχαν περιεχόμενο μυθολογικό, αργότερα συντέθηκαν έπη και με διδακτικό, φιλοσοφικό η άλλο περιεχόμενο. Τα μυθολογικά αφηγηματικά ποιήματα αγαπούσαν πολύ οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο περίπου το 2000 π. Χ.
Είμαστε βέβαιοι ότι τουλάχιστον τα μυκηναϊκά χρόνια [17ος-12ος αι. π. Χ.] υπήρχαν τραγουδοποιοί ή αλλιώς αοιδοί που αυτοσχεδίαζαν και τραγουδούσαν τέτοια ποιήματα. Αυτές οι συνθέσεις ήταν οι πρώτες μορφές του έπους. Η μεγάλη ανάπτυξη της επικής ποίησης είναι στα λεγόμενα "γεωμετρικά χρόνια", [11ος-8ος αι. π.Χ.]. Όταν τα κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού παρήκμασαν και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να κατοικήσουν τη Μικρά Ασία και τα νησιά έφεραν στους νέους τόπους τα τραγούδια τους.
Το κύριο γνώρισμα της επικής ποίησης είναι ότι μιλά για ένα μακρινό παρελθόν, το οποίο στα μάτια του ποιητή φάνταζε ανώτερο της δικής του εποχής.
Τα περισσότερα απ' τα έπη αναφέρονται στην αργοναυτική εκστρατεία [αργοναυτικός κύκλος], στους αγώνες για την κατάκτηση των Θηβών [θηβαϊκός κύκλος] και κυρίως στον τρωικό πόλεμο και όσα συνέβησαν μετά από αυτόν [τρωικός κύκλος].
Ο Όμηρος φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Για τη ζωή του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες και αυτές αντιφατικές, ενώ η φιλολογική επιστήμη των δύο τελευταίων αιώνων αμφισβήτησε ακόμη και την ύπαρξή του.
Με κριτήρια τα χαρακτηριστικά των έργων, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια γράφτηκαν τον 8ο αι. π. Χ. (μερικοί μελετητές, π.χ. M .L. West, προτιμούν ημερομηνίες μέχρι και το πρώτο μισό του 7ου αι. π. Χ.), με την Ιλιάδα να είναι προγενέστερη, ενδεχομένως και κατά μερικές δεκαετίες.
Στον Όμηρο κατά καιρούς αποδόθηκαν και άλλα έργα, τα οποία σήμερα είναι δεκτό ότι δεν είναι δικά του, αλλά ακόμη είναι αμφισβητήσιμο το αν τα δύο μεγάλα έπη είναι έργα του ίδιου ποιητή.
Η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια.
Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.000 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη).

               
                                                   Αρχαία Τραγωδία


 Όταν μιλάμε για την ιστορία του αρχαίου κόσμου, εννοούμε συνήθως την ιστορία των αρχαίων κοινωνιών της λεκάνης της Μεσογείου, από την εμφάνισή τους κι ως τα τέλη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (δηλ. ως τον 5ο αιώνα).
Οι ρίζες του αρχαίου κόσμου χάνονται βαθιά στην αρχαιότητα. Σήμερα παραδέχονται ότι η ιστορία της Μεσογείου αρχίζει κάμποσες χιλιάδες χρόνια π.Χ. Η ιστορία του αρχαίου κόσμου έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση του σύγχρονου ανθρώπου.
Πλαταίνει τον πνευματικό του ορίζοντα και θέτει πολλά ενδιαφέροντα προβλήματα, που μας διευκολύνουν να κατανοήσουμε καλύτερα το σύγχρονο κόσμο, δείχνοντάς μας τις ιστορικές του ρίζες. Η Ελληνική Ιστορία μας δίνει ένα κλασικό υπόδειγμα του περάσματος από το πρωτόγονο-κοινοτικό καθεστώς στη δουλοκτητική κοινωνία.
 Ο Ελληνικός πολιτισμός αποτελεί μια από τις πιό λαμπρές σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας. Τα έργα των ελλήνων κλασικών, οι έλληνες στοχαστές, καλλιτέχνες και επιστήμονες εξακολουθούν και σήμερα να διατηρούν την αξία τους, κι όπως γράφει ο Μάρξ στην "Κριτική της πολιτικής οικονομίας", έβαλαν τη σφραγίδα της πάλης, των ιδεών, των παθών και των ιδανικών της εποχής τους.
Στη Φιλοσοφία - λέει ο Ενγκελς - όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, αναγκαζόμαστε κάθε τόσο να ξαναγυρνούμε "στις κατακτήσεις του μικρού αυτού λαού, που τα καθολικά του χαρίσματα και η δραστηριότητά του του εξασφάλισαν στην ιστορία της εξέλιξης της ανθρωπότητας μια θέση που κανείς άλλος λαός δεν μπορεί να του τη διεκδικήσει... στις πολυποίκιλες μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας υπάρχουν κιόλας, σε εμβρυακή κατάσταση, στην πορεία της ανάπτυξής τους, όλες σχεδόν οι απόψεις των κατοπινών θεωριών για τον κόσμο". (Φ. Ενγκελς: "Διαλεκτική της φύσης".


                                                      Όμηρος


    Η αποθέωση του Ομήρου. Στα πόδια του η Ιλιάδα και η ΟδύσσειαΟ Όμηρος φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Για τη ζωή του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες και αυτές αντιφατικές, ενώ η φιλολογική επιστήμη των δύο τελευταίων αιώνων αμφισβήτησε ακόμη και την ύπαρξή του. Με κριτήρια τα χαρακτηριστικά των έργων, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια γράφτηκαν τον 8ο αι. π.Χ. (μερικοί μελετητές, π.χ. M.L. West, προτιμούν ημερομηνίες μέχρι και το πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ.), με την Ιλιάδα να είναι προγενέστερη, ενδεχομένως και κατά μερικές δεκαετίες. Στον Όμηρο κατά καιρούς αποδόθηκαν και άλλα έργα, τα οποία σήμερα είναι δεκτό ότι δεν είναι δικά του, αλλά ακόμη είναι αμφισβητήσιμο το αν τα δύο μεγάλα έπη είναι έργα του ίδιου ποιητή. Η Ιλιάς αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια. Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.000 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη).
    Αρχαίες μαρτυρίες για τη ζωή και το έργο του
Διαθέτουμε επτά βίους του Ομήρου που προέρχονται από την αρχαιότητα. Η καταγωγή του φαίνεται πως ήταν από την Ιωνία και θρυλείται ότι επτά πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του, με επικρατέστερες τη Σμύρνη και τη Χίο. Ως γονείς του αναφέρονται ο Μαίων και η Κριθηίδα και λέγεται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Μελησιγένης, επειδή γεννήθηκε κοντά στον ποταμό Μέλητα της Σμύρνης και ότι πήρε αργότερα το όνομα «Όμηρος», είτε επειδή ήταν τυφλός, είτε επειδή ήταν όμηρος των Κολοφωνίων στον πόλεμο με τη Σμύρνη. Σύμφωνα με τους βίους του, περιόδευσε απαγγέλλοντας τα έργα του στις ελληνικές πόλεις, απέκτησε μεγάλη φήμη, αλλά σε ένα διαγωνισμό με τον Ησίοδο στη Χαλκίδα δεν πήρε βραβείο, επειδή προτιμήθηκε ο Ησίοδος ως ποιητής που εξυμνούσε την ειρήνη. Ως τόπος θανάτου του παραδίδεται η Ίος.
Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στην αρχαιότητα αποδόθηκαν στον Όμηρο και άλλα έπη του τρωικού κύκλου, αρκετοί θρησκευτικοί ύμνοι, η επική παρωδία Βατραχομυομαχία και μια κωμική διήγηση για έναν χαζό ήρωα, τον Μαργίτη. Στον Όμηρο αποδίδονται και δύο προφανώς ψευδεπίγραφα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (VII 153 και XIV 147).
Η σύγχρονη έρευνα, και ειδικότερα όσοι δέχονται ότι ο Όμηρος μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό πρόσωπο, τοποθετεί τη ζωή του στον 8ο αι. π.Χ. και θεωρεί πιθανό ότι ήταν Ίωνας αοιδός, συνεχιστής μιας μακραίωνης παράδοσης προφορικών ηρωικών αφηγήσεων, που συνέθεσε την Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. και την Οδύσσεια (αν όντως συνέθεσε και τα δύο έργα) γύρω στα 710 π.Χ.
Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας) του αυθεντικού ελληνικού (2ος αιώνας π.Χ.). Μουσείο του Λούβρου.Το ομηρικό ζήτημα [Επεξεργασία]
 Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης. 3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό μουσείο
Υπό τον όρο «ομηρικό ζήτημα» ομαδοποιούνται πολλά ερωτήματα που έχουν σχέση με την πατρότητα, τον τρόπο σύνθεσης και την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ειδικότερα, έχουν τεθεί τα θέματα:
Ήταν πραγματικό πρόσωπο ο Όμηρος; Πότε έζησε, πώς συνέθεσε ή έγραψε τα έργα του και ποια είναι αυτά;
Τα κείμενα που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα είναι έργα του ίδιου ποιητή; Κάποιες υφολογικές αλλά και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των δύο ποιημάτων καθιστούν πιθανό το γεγονός να μην γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα, χωρίς κάτι τέτοιο να μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα.
Τα κείμενα είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις ή αποτελούνται από διάφορα στρώματα; Αρκετοί έχουν υποστηρίξει ότι τα σημερινά κείμενα προέρχονται από συνένωση πολλών τμημάτων ή επέκταση παλαιοτέρων. Απέναντι σε αυτήν την «αναλυτική» θεωρία τάσσονται οι «ενωτικοί» που υποστηρίζουν ότι στο καθένα μπορεί να διακριθεί μία συνεπής λογοτεχνική σύλληψη και πραγμάτωση από ένα άτομο. Η σύγκριση με προφορικά έπη έδειξε ότι οι προφορικοί ποιητές, με τεχνικές που δεν είναι οικείες σε μια εγγράμματη κοινωνία, μπορούν να συνθέσουν και να απομνημονεύσουν ποιήματα μεγάλης έκτασης.
Από την προφορική θεωρία, προκύπτει το ερώτημα ποια ήταν η συμβολή της γραφής στη σύνθεση των ποιημάτων: καταγράφηκαν την εποχή που συντέθηκαν κατά τη διάρκεια της απαγγελίας, υπαγορεύτηκαν από τον ποιητή ή επιβίωσαν προφορικά και καταγράφηκαν αργότερα;


                                                     Αναλυτική θεωρία 
 
    Η παρουσία κάποιων αντιφάσεων, λογικών κενών ή χασμάτων στο κείμενο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας οδήγησε στην υπόθεση ότι τα σωζόμενα κείμενα δεν είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις αλλά συνένωση περισσοτέρων έργων. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ονομάστηκαν «αναλυτικοί» και οι απόψεις του μπορούν να διαιρεθούν σε επιμέρους τάσεις. Για την Ιλιάδα, μία από τις αναλυτικές θεωρίες ήταν η θεωρία της επέκτασης, που υποστηρίχθηκε κυρίως από τον Gottfried Hermann (1772-1848): σύμφωνα με αυτή, υπήρχε ένα παλαιό κείμενο, μια αρχική Ιλιάδα, που σταδιακά επεκτάθηκε και πήρε τη σημερινή μορφή. Η θεωρία των ασμάτων, που αναπτύχθηκε από τον Karl Lachmann, θεωρούσε την Ιλιάδα συνένωση μικρότερων επικών ασμάτων (ο Lachmann εντόπιζε περίπου δεκαέξι άσματα). Συγγενική ήταν η θεωρία της συγκόλλησης, με βασικό εκπρόσωπο τον A. Kirchhoff, κατά τον οποίο η Ιλιάδα δημιουργήθηκε από συνένωση μικρότερων επών. Ο ίδιος επιχείρησε ανάλογη ανάλυση και για την Οδύσσεια, για την οποία διατυπώθηκε και μια άλλη άποψη, η θεωρία του διασκευαστή, δηλαδή η άποψη ότι υπήρχε μια αρχική Οδύσσεια που επεκτάθηκε στη συνέχεια με προσθήκες ενός διασκευαστή που υστερούσε σε ποιητική αξία από τον ποιητή του αρχικού έργου.
Προφορικότητα και γραφή
Διαφορετική κατεύθυνση δόθηκε στην ομηρική έρευνα από τη σύγκριση με τις τεχνικές της προφορικής ποίησης. Οι Milman Parry και Albert Lord, βασισμένοι στη διαπίστωση ότι τα δύο έπη εμφανίζουν στερεότυπες σκηνές και εκφράσεις, που συχνά επαναλαμβάνονται αυτούσιες, αξιοποίησαν τις έρευνές τους για την προφορική ηρωική ποίηση γης Γιουγκοσλαβίας για να φωτίσουν τον τρόπο σύνθεσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα δύο κείμενα παρουσιάζουν ανάλογη τεχνική, αφού βασίζονται σε ένα σύνολο στερεότυπων μικρότερων ή μεγαλύτερων φράσεων (λογοτύπων) και τυποποιημένων σκηνών.
Σήμερα είναι αποδεκτό το γεγονός ότι οι τεχνικές στις οποίες βασίστηκε η σύνθεση των δύο επών είναι οι τεχνικές της προφορικής ποίησης, όπως είχαν διαμορφωθεί τους προηγούμενους αιώνες. Η παράδοση τροφοδότησε τον ποιητή τους με μια ειδική τεχνητή διάλεκτο, με στοιχεία διαφόρων εποχών και περιοχών και πολλά συνώνυμα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικές μετρικές θέσεις, ένα σύνολο λογοτύπων που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες θέσεις του στίχου, τυπικές σκηνές και τυποποιημένα ευρύτερα επεισόδια. Η συμβολή της γραφής στη σύνθεση ή την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι δύσκολο να καθοριστεί και έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις: μπορεί ο ποιητής να χρησιμοποίησε τη γραφή για να κάνει ένα σχέδιο της δομής και της σύνδεσης διαφόρων επεισοδίων, ή να υπαγόρευσε σε κάποιον το ποίημα. Είναι βέβαιο ότι και τους επόμενους αιώνες τα έπη είχαν συντηρηθεί στην προφορική παράδοση και απαγγέλλονταν, αλλά δεν γνωρίζουμε αν υπήρχε κάποιο παγιωμένο γραπτό κείμενο. Από τον 6ο αι. π.Χ. μαρτυρείται και μια επαγγελματική ένωση ραψωδών που ονομάζονταν «ομηρίδες», οι οποίοι απήγελλαν κάποια εκδοχή των επών, αλλά δεν γνωρίζουμε αν είχαν στην κατοχή τους κάποιο γραπτό κείμενο. Σημαντική θεωρείται στο θέμα της παγίωσης του ομηρικού κειμένου η συμβολή του Πεισιστράτου που λέγεται ότι καθιέρωσε απαγγελίες του Ομήρου στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση ένα σταθερό κείμενο (η λεγόμενη «πεισιστράτεια διόρθωση»).


                                                   Γλώσσα και μέτρο 

     Το μέτρο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος. Βάση του είναι ο δακτυλικός πους, δηλαδή μια μονάδα που αποτελείται από μία μακρόχρονη συλλαβή και δύο βραχύχρονες (που μπορεί να αντικατασταθούν από μία μακρόχρονη). Ο κάθε στίχος απαρτίζεται από έξι πόδες. Οι πέντε πρώτοι είναι δάκτυλοι και ο έκτος αποτελείται από δύο συλλαβές, την πρώτη υποχρεωτικά μακρόχρονη και τη δεύτερη αδιάφορη. Συνολικά ένας δακτυλικός στίχος μπορεί να αποτελείται από δώδεκα έως δεκαεπτά συλλαβές. Υπάρχει μια ισχυρή νοηματική παύση περίπου στο μέσον του στίχου, καθώς και άλλες μικρότερες που χωρίζουν τον στίχο έως και σε τέσσερις μικρές νοηματικές ενότητες.
   Η γλώσσα του Ομήρου είναι τεχνητή, η οποία ουδέποτε μιλήθηκε, αλλά κατανοητή απ' όλον τον ελληνόφωνο κόσμο. Το υλικό της προέρχεται από διάφορες διαλέκτους και χρονικές περιόδους. Βάση είναι η ιωνική διάλεκτος όπως είχε διαμορφωθεί τον 8ο αι. π.Χ. στα παράλια της Μικράς Ασίας. Υπάρχουν ακόμη πολλά αιολικά στοιχεία αλλά και τύποι παλαιότεροι αναγόμενοι στη μυκηναϊκή εποχή. Δωρικά στοιχεία δεν υπάρχουν, ενώ κάποιοι αττικοί τύποι ενδέχεται να είναι μεταγενέστερες προσθήκες. Η ύπαρξη πολλών συνώνυμων τύπων οι οποίοι προέρχονταν από ποικίλες διαλέκτους ή περιόδους παρείχε μετρικές ευκολίες στον ποιητή, αφού ανάλογα με τη θέση του στίχου μπορούσε να χρησιμοποιήσει μία από πολλές νοηματικά ισοδύναμες λέξεις


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου