Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟΝ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟ



  



   Ο αθλητισμός στην αρχαία Ελλάδα θεωρούταν κοινωνικό και πολιτισμικό αγαθό και αναμφισβήτητα κατείχε παιδαγωγικό χαρακτήρα , με σκοπό όχι μόνο την υψηλή σωματική απόδοση αλλά και την διεύρυνση του πνεύματος.
   Τους πρώτους καταγεγραμμένους Ολυμπιακούς αγώνες , τους συναντάμε στην Ολυμπία το 776 π.χ., τότε οι αγώνες ήταν τοπικοί και διεξαγόταν ένα μόνο αγώνισμα η ‘’κούρσα του σταδίου’’..
Με το πέρασμα των χρόνων οι αγώνες  απέκτησαν μεγαλύτερη εμβέλεια, έγιναν πιο σημαντικοί σε ολόκληρη την αρχαία Ελλάδα, ο αριθμός των αθλητών  μεγάλωνε διαρκώς χρόνια με τα χρόνια,νέα αθλήματα προστέθηκαν, έφτασαν τα είκοσι και η διάρκεια διεξαγωγής των Ολυμπιακών αγώνων έφτασε τις πέντε ημέρες, από μια που ήταν αρχικά..
Οι Αγώνες σιγά σιγά έχασαν την σημασία τους όταν οι Ρωμαίοι κατέλαβαν την Ελλάδα.Αρκετά  χρόνια αργότερα και  συγκεκριμένα το 393 μ.χ θεωρήθηκαν παγανιστική εορτή, με αποτέλεσμα ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος  να απαγορεύσει την διεξαγωγή τους. Με αυτό τον τρόπο τελείωσε μια τελείωσε μια παράδοση χιλίων χρόνων κατά την οποία οι Ολυμπιακοί διεξάγονταν συνέχώς κάθε τέσσερα χρόνια.

                                 Η ΑΝΑΒΙΩΣΗ ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΑΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ

   Τον 17 αιώνα υπάρχει αναφορά για κάποια εορτή η οποία έφερε το όνομα Ολυμπιακοί αγώνες που διεξάγονταν στην Αγγλία. Παρόμοιες εκδηλώσεις ακολούθησαν στους επόμενους αιώνες στην Γαλλία και Ελλάδα οι οποίες όμως ήταν μικρής έκτασης και σίγουρα όχι διεθνείς. Το ενδιαφέρον για τους Ολυμπιακούς μεγάλωσε όταν ανακαλύφθηκαν τα ερείπια της αρχαίας Ολυμπίας.
Ο Εδεσσαίος λόγιος Μηνάς Μηνωίδης, που τότε δίδασκε την αρχαία ελληνική γλώσσα σε πανεπιστήμιο του Παρισίου, μετέφρασε και δημοσίευσε στη γαλλική το "Γυμναστικό" του Φιλόστρατου (1858), και τη συνόδευσε με κείμενό του, περί της ανάγκης αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων.
Λίγο αργότερα, ο βαρώνος Πιέρ ντε Κουμπερτέν, ο οποίος ήταν Γενικός Γραμματέας των γαλλικών αθλητικών σωματείων, προσπαθούσε να δικαιολογήσει την ήττα των Γάλλων στον Γαλλοπρωσικό πόλεμο (1870-1871). Πίστευε ότι ο λόγος της ήττας ήταν επειδή οι Γάλλοι δεν είχαν αρκετή φυσική διαπαιδαγώγηση και ήθελε να την βελτιώσει. Ο Κουμπερτέν ήθελε επίσης να ενώσει της εθνότητες και να φέρει μαζί την νεολαία με τον αθλητισμό παρά να γίνονται πόλεμοι. Πίστευε ότι η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων θα πετύχαινε και τους δύο πιο πάνω σκοπούς του.
   Σε ένα συνέδριο στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι που έγινε από τις 16 μέχρι τις 23 Ιουνίου, το 1894 παρουσίασε τις ιδεές του σε ένα διεθνές ακροατήριο. Την τελευταία μέρα του συνεδρίου αποφασίστηκε να διεξαχθούν οι πρώτοι μοντέρνοι Ολυμπιακοί αγώνες το 1896 στην Αθήνα, την πόλη και την χώρα που τους γέννησε. Έτσι γεννήθηκε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) για να διοργανώσει τους Αγώνες με πρώτο πρόεδρο τον  Δημήτριο Βικέλα, γενικό γραμματέα τον βαρώνο Πιέρ ντε Κουμπερντέν και μέλη προσωπικότητες από διάφορα κράτη.
Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Αν και οι αθλητές που πήραν μέρος δεν ξεπερνούσαν τους 250, ήταν η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση που έγινε ποτέ..
   Συνοπτικά η συμβολή των Ελλήνων στον σύγχρονο αθλητισμό είναι αδιαμφισβήτητα μεγάλη. Το Ολυμπιακό πνεύμα που έχει ως σκοπό την κοινωνικοποίηση, την επικοινωνία,την ειρηνική συνύπαρξη των ανθρώπων και όλων των λαών, η ευγενής άμιλλα το ιδεώδες του αθλητισμού,η σωματική άσκηση ως μέσο αγωγής  που έχει σκοπό την συστηματική σωματική άλλα και πνευματική καλλιέργεια .Τέλος πολλές ρίζες σύγχρονων αθλημάτων εντοπίζονται στην κλασσική Ελλάδα.Όλα τα παραπάνω στοιχεία τονίζουν την συνεισφορά των Ελλήνων και την διαχρονικότητα τους...

Τρίτη 9 Απριλίου 2013

Η ΠΟΙΗΣΗ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ


                                                         
                                        Λυρική ποίηση


    Η λυρική ποίηση είναι λογοτεχνικό είδος, το οποίο αναπτύχθηκε στην αρχαία Ελλάδα.
Πήρε το όνομα της από τη συνοδεία της λύρας, μουσικού οργάνου συνηθισμένου στην αρχαιότητα.
Πρώτοι ποιητές ήταν η Σαπφώ και ο Αλκαίος από τη Λέσβο και ο Πίνδαρος από την Βοιωτία. Ακολούθησαν ο Αρχίλοχος από την Πάρο, ο Σιμωνίδης ο Κείος, ο Μίμνερμος από την Κολοφώνα καιο Αλκμάναπό τη Σπάρτη.

                                                        Λυρικοί ποιητές

    Αλκαίος: Γεννήθηκε στη Μυτιλήνη περίπου το 620 π. Χ.και έζησε
την ίδια εποχή με τη Σαπφώ. Η ζωή του συνέπεσε με την εμφάνιση και επικράτηση της τυραννίας. Ο ίδιος αναμίχθηκε ενεργά στη πολιτική.
Ο Αλκαίος επηρέασε και τους μεταγενέστερους ποιητές.
Ο Θεόκριτος στα «Ειδύλλιά» του τον μιμείται, το ίδιο κι ο Λατίνος ποιητής Οράτιος, ενώ στην Αθήνα, στην ακμή του 5ου αιώνα π. Χ., τραγουδούσαν στα συμπόσια τραγούδια του.
Εκτός των άλλων γνωστών μέτρων που χρησιμοποίησε —σαπφικό, ιαμβικό τετράμετρο, ασκληπιάδειο μείζον— επινόησε και την αλκαϊκή στροφή: υ - υ -υ | - υυ - | υυ.


                                                             Σαπφώ

    Γενική της Σαπφούς, (αιολική διάλεκτος Ψαπφώ, αποκαλούμενη και Σαπφώ η Λεσβία από τον τόπο καταγωγής της) (~ 630 -570 π. Χ .), ήταν Eλληνίδα λυρική ποιήτρια από τη Λέσβο, ιδιαίτερα γνωστή από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα για τα ποιήματά της .
Τα έργα της
Η Σαπφώ έγραψε ερωτικά ποιήματα, ύμνους στους θεούς και επιθαλάμια (τραγούδια του γάμου). Η ποίησή της δονείται από αυθορμητισμό και έντονα αισθήματα. Αρκετοί από τους στίχους της μαρτυρούν έντονο ερωτισμό και λυρισμό. Από τα ποιήματά της, που συνέλεξαν οι Αλεξανδρινοί και δημοσίευσαν σε βιβλία, τα πιο διάσημα ήταν οι Ύμνοι και τα Επιθαλάμια.
Ίσως κανένας άλλος λογοτέχνης δεν μπορεί να συγκριθεί με τη Σαπφώ στην ομορφιά της σκέψης, στον μελωδικό της στίχο και στην ένταση των αισθημάτων της.
 Εκτός από μικρά αποσπάσματα, έχουν διασωθεί ολόκληρα μόνο ένας Ύμνος στην Αφροδίτη («Ποικιλόθρον' αθάνατ' Αφροδίτα»), η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφερόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού, που ανακαλύφθηκε από αποκατάσταση παπύρου της Οξυρρύγχου και εκδόθηκε το 2005.
Αυτά υπάρχουν μεταφρασμένα στις περισσότερες ευρωπαϊκές γλώσσες.
Η Ωδή «Ότωι τις έραται»
Με τον λογοτεχνικό όρο Ωδή χαρακτηρίζεται ειδικό είδος της λυρικής ποίησης που φέρεται να πρωτοκαλλιεργήθηκε στην Αρχαία Ελλάδα κυρίως με εγκωμιαστικό χαρακτήρα, όχι όμως την πνευματική ανάταση του ύμνου, που αποτελούσε την ουσιώδη διαφορά τους.
Οι ωδές αποτελούσαν στην ουσία τραγούδια που ψάλλονταν από χορευτές εγκωμιάζοντας θεούς, άρχοντες,
 ήρωες ή πολιτικές καταστάσεις.
Χαρακτηριστικές τέτοιες ωδές ήταν εκείνες του Πίνδαρου που εγκωμίαζε τους νικητές των Ολυμπιακών Αγώνων.
 Η Ωδή «Ότωι τις έραται» και ένα αναφερόμενο στο μύθο της Ηούς (Αυγής) και του Τιθωνού, που ανακαλύφθηκε από αποκατάσταση παπύρου της Οξυρρύγχου και εκδόθηκε το 2005.
 

                                                     Επική ποίηση

      Το έπος είναι λογοτεχνικό είδος, του οποίου τα κύρια χαρακτηριστικά είναι το μεγάλο μέγεθος, ο έμμετρος λόγος και ορισμένα εξειδικευμένα εκφραστικά μέσα.
Τα έπη κατά κύριο λόγο περιγράφουν θρυλικές πράξεις και ήρωες του παρελθόντος, συχνά δε το θέμα τους είναι μυθολογικό.
Ως έπη έχουν χαρακτηριστεί αρχαία λογοτεχνικά κείμενα, (όπως για παράδειγμα η Ιλιάδα και η Οδύσσεια του Ομήρου, το Έπος του Γκιλγκαμές, η βόρεια Κάλεβαλα, το Μπεογούλφ και άλλα) και περιστασιακά, μεμονωμένα έργα πιο σύγχρονων συγγραφέων.
Ο συγγραφέας ενός έπους συχνά δεν είναι γνωστός.
Εικάζεται ότι κάποια έπη έχουν γραφτεί συλλογικά, από την παράδοση κι όχι από έναν άνθρωπο.
Έπος σήμαινε αρχικά "λόγος", όμως από τον 5ο αιώνα π. Χ. η λέξη χρησιμοποιήθηκε με μια ειδική σημασία' σήμαινε αφηγηματικό ποίημα σε δακτυλικό εξάμετρο.
Τα παλαιότερα από τα αρχαία ελληνικά έπη είχαν περιεχόμενο μυθολογικό, αργότερα συντέθηκαν έπη και με διδακτικό, φιλοσοφικό η άλλο περιεχόμενο. Τα μυθολογικά αφηγηματικά ποιήματα αγαπούσαν πολύ οι Έλληνες που εγκαταστάθηκαν στον ελλαδικό χώρο περίπου το 2000 π. Χ.
Είμαστε βέβαιοι ότι τουλάχιστον τα μυκηναϊκά χρόνια [17ος-12ος αι. π. Χ.] υπήρχαν τραγουδοποιοί ή αλλιώς αοιδοί που αυτοσχεδίαζαν και τραγουδούσαν τέτοια ποιήματα. Αυτές οι συνθέσεις ήταν οι πρώτες μορφές του έπους. Η μεγάλη ανάπτυξη της επικής ποίησης είναι στα λεγόμενα "γεωμετρικά χρόνια", [11ος-8ος αι. π.Χ.]. Όταν τα κέντρα του μυκηναϊκού πολιτισμού παρήκμασαν και οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν και να κατοικήσουν τη Μικρά Ασία και τα νησιά έφεραν στους νέους τόπους τα τραγούδια τους.
Το κύριο γνώρισμα της επικής ποίησης είναι ότι μιλά για ένα μακρινό παρελθόν, το οποίο στα μάτια του ποιητή φάνταζε ανώτερο της δικής του εποχής.
Τα περισσότερα απ' τα έπη αναφέρονται στην αργοναυτική εκστρατεία [αργοναυτικός κύκλος], στους αγώνες για την κατάκτηση των Θηβών [θηβαϊκός κύκλος] και κυρίως στον τρωικό πόλεμο και όσα συνέβησαν μετά από αυτόν [τρωικός κύκλος].
Ο Όμηρος φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Για τη ζωή του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες και αυτές αντιφατικές, ενώ η φιλολογική επιστήμη των δύο τελευταίων αιώνων αμφισβήτησε ακόμη και την ύπαρξή του.
Με κριτήρια τα χαρακτηριστικά των έργων, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια γράφτηκαν τον 8ο αι. π. Χ. (μερικοί μελετητές, π.χ. M .L. West, προτιμούν ημερομηνίες μέχρι και το πρώτο μισό του 7ου αι. π. Χ.), με την Ιλιάδα να είναι προγενέστερη, ενδεχομένως και κατά μερικές δεκαετίες.
Στον Όμηρο κατά καιρούς αποδόθηκαν και άλλα έργα, τα οποία σήμερα είναι δεκτό ότι δεν είναι δικά του, αλλά ακόμη είναι αμφισβητήσιμο το αν τα δύο μεγάλα έπη είναι έργα του ίδιου ποιητή.
Η Ιλιάδα αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια.
Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.000 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη).

               
                                                   Αρχαία Τραγωδία


 Όταν μιλάμε για την ιστορία του αρχαίου κόσμου, εννοούμε συνήθως την ιστορία των αρχαίων κοινωνιών της λεκάνης της Μεσογείου, από την εμφάνισή τους κι ως τα τέλη της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας (δηλ. ως τον 5ο αιώνα).
Οι ρίζες του αρχαίου κόσμου χάνονται βαθιά στην αρχαιότητα. Σήμερα παραδέχονται ότι η ιστορία της Μεσογείου αρχίζει κάμποσες χιλιάδες χρόνια π.Χ. Η ιστορία του αρχαίου κόσμου έχει πολύ μεγάλη σημασία για τη μόρφωση και τη διαπαιδαγώγηση του σύγχρονου ανθρώπου.
Πλαταίνει τον πνευματικό του ορίζοντα και θέτει πολλά ενδιαφέροντα προβλήματα, που μας διευκολύνουν να κατανοήσουμε καλύτερα το σύγχρονο κόσμο, δείχνοντάς μας τις ιστορικές του ρίζες. Η Ελληνική Ιστορία μας δίνει ένα κλασικό υπόδειγμα του περάσματος από το πρωτόγονο-κοινοτικό καθεστώς στη δουλοκτητική κοινωνία.
 Ο Ελληνικός πολιτισμός αποτελεί μια από τις πιό λαμπρές σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας. Τα έργα των ελλήνων κλασικών, οι έλληνες στοχαστές, καλλιτέχνες και επιστήμονες εξακολουθούν και σήμερα να διατηρούν την αξία τους, κι όπως γράφει ο Μάρξ στην "Κριτική της πολιτικής οικονομίας", έβαλαν τη σφραγίδα της πάλης, των ιδεών, των παθών και των ιδανικών της εποχής τους.
Στη Φιλοσοφία - λέει ο Ενγκελς - όπως και σε πολλούς άλλους τομείς, αναγκαζόμαστε κάθε τόσο να ξαναγυρνούμε "στις κατακτήσεις του μικρού αυτού λαού, που τα καθολικά του χαρίσματα και η δραστηριότητά του του εξασφάλισαν στην ιστορία της εξέλιξης της ανθρωπότητας μια θέση που κανείς άλλος λαός δεν μπορεί να του τη διεκδικήσει... στις πολυποίκιλες μορφές της ελληνικής φιλοσοφίας υπάρχουν κιόλας, σε εμβρυακή κατάσταση, στην πορεία της ανάπτυξής τους, όλες σχεδόν οι απόψεις των κατοπινών θεωριών για τον κόσμο". (Φ. Ενγκελς: "Διαλεκτική της φύσης".


                                                      Όμηρος


    Η αποθέωση του Ομήρου. Στα πόδια του η Ιλιάδα και η ΟδύσσειαΟ Όμηρος φέρεται ως ο συγγραφέας των ποιητικών κειμένων της Ιλιάδας και της Οδύσσειας, από τα πρώτα κείμενα της Ιστορικής περιόδου της αρχαίας Ελλάδας, γνωστά ως «Ομηρικά Έπη». Για τη ζωή του υπάρχουν ελάχιστες πληροφορίες και αυτές αντιφατικές, ενώ η φιλολογική επιστήμη των δύο τελευταίων αιώνων αμφισβήτησε ακόμη και την ύπαρξή του. Με κριτήρια τα χαρακτηριστικά των έργων, είναι ασφαλές να υποθέσουμε ότι η Ιλιάδα και η Οδύσσεια γράφτηκαν τον 8ο αι. π.Χ. (μερικοί μελετητές, π.χ. M.L. West, προτιμούν ημερομηνίες μέχρι και το πρώτο μισό του 7ου αι. π.Χ.), με την Ιλιάδα να είναι προγενέστερη, ενδεχομένως και κατά μερικές δεκαετίες. Στον Όμηρο κατά καιρούς αποδόθηκαν και άλλα έργα, τα οποία σήμερα είναι δεκτό ότι δεν είναι δικά του, αλλά ακόμη είναι αμφισβητήσιμο το αν τα δύο μεγάλα έπη είναι έργα του ίδιου ποιητή. Η Ιλιάς αποτελείται από 15.693 στίχους και αναφέρεται στις τελευταίες πενήντα μία (51), αποφασιστικής σημασίας ημέρες του πολέμου της Τροίας, ο οποίος συνολικά διήρκεσε, σύμφωνα με το μύθο, 10 χρόνια. Η Οδύσσεια αποτελείται από περίπου 12.000 στίχους και περιγράφει τον δεκαετή αγώνα του Οδυσσέα για τον νόστο (επιστροφή στην πατρίδα του Ιθάκη).
    Αρχαίες μαρτυρίες για τη ζωή και το έργο του
Διαθέτουμε επτά βίους του Ομήρου που προέρχονται από την αρχαιότητα. Η καταγωγή του φαίνεται πως ήταν από την Ιωνία και θρυλείται ότι επτά πόλεις ερίζουν για την καταγωγή του, με επικρατέστερες τη Σμύρνη και τη Χίο. Ως γονείς του αναφέρονται ο Μαίων και η Κριθηίδα και λέγεται ότι το πραγματικό του όνομα ήταν Μελησιγένης, επειδή γεννήθηκε κοντά στον ποταμό Μέλητα της Σμύρνης και ότι πήρε αργότερα το όνομα «Όμηρος», είτε επειδή ήταν τυφλός, είτε επειδή ήταν όμηρος των Κολοφωνίων στον πόλεμο με τη Σμύρνη. Σύμφωνα με τους βίους του, περιόδευσε απαγγέλλοντας τα έργα του στις ελληνικές πόλεις, απέκτησε μεγάλη φήμη, αλλά σε ένα διαγωνισμό με τον Ησίοδο στη Χαλκίδα δεν πήρε βραβείο, επειδή προτιμήθηκε ο Ησίοδος ως ποιητής που εξυμνούσε την ειρήνη. Ως τόπος θανάτου του παραδίδεται η Ίος.
Εκτός από την Ιλιάδα και την Οδύσσεια, στην αρχαιότητα αποδόθηκαν στον Όμηρο και άλλα έπη του τρωικού κύκλου, αρκετοί θρησκευτικοί ύμνοι, η επική παρωδία Βατραχομυομαχία και μια κωμική διήγηση για έναν χαζό ήρωα, τον Μαργίτη. Στον Όμηρο αποδίδονται και δύο προφανώς ψευδεπίγραφα επιγράμματα της Παλατινής Ανθολογίας (VII 153 και XIV 147).
Η σύγχρονη έρευνα, και ειδικότερα όσοι δέχονται ότι ο Όμηρος μπορεί να θεωρηθεί πραγματικό πρόσωπο, τοποθετεί τη ζωή του στον 8ο αι. π.Χ. και θεωρεί πιθανό ότι ήταν Ίωνας αοιδός, συνεχιστής μιας μακραίωνης παράδοσης προφορικών ηρωικών αφηγήσεων, που συνέθεσε την Ιλιάδα γύρω στο 750 π.Χ. και την Οδύσσεια (αν όντως συνέθεσε και τα δύο έργα) γύρω στα 710 π.Χ.
Φανταστική προτομή του Ομήρου, ρωμαϊκό αντίγραφο (2ος αιώνας) του αυθεντικού ελληνικού (2ος αιώνας π.Χ.). Μουσείο του Λούβρου.Το ομηρικό ζήτημα [Επεξεργασία]
 Η Αποθέωση του Ομήρου σε γλυπτό. Μαρμάρινο ανάγλυφο του Αρχίλαου της Πριήνης. 3ος αιώνας π.Χ., Βρετανικό μουσείο
Υπό τον όρο «ομηρικό ζήτημα» ομαδοποιούνται πολλά ερωτήματα που έχουν σχέση με την πατρότητα, τον τρόπο σύνθεσης και την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας. Ειδικότερα, έχουν τεθεί τα θέματα:
Ήταν πραγματικό πρόσωπο ο Όμηρος; Πότε έζησε, πώς συνέθεσε ή έγραψε τα έργα του και ποια είναι αυτά;
Τα κείμενα που έχουμε στη διάθεσή μας σήμερα είναι έργα του ίδιου ποιητή; Κάποιες υφολογικές αλλά και πολιτισμικές διαφορές μεταξύ των δύο ποιημάτων καθιστούν πιθανό το γεγονός να μην γράφτηκαν από τον ίδιο συγγραφέα, χωρίς κάτι τέτοιο να μπορεί να αποδειχθεί με βεβαιότητα.
Τα κείμενα είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις ή αποτελούνται από διάφορα στρώματα; Αρκετοί έχουν υποστηρίξει ότι τα σημερινά κείμενα προέρχονται από συνένωση πολλών τμημάτων ή επέκταση παλαιοτέρων. Απέναντι σε αυτήν την «αναλυτική» θεωρία τάσσονται οι «ενωτικοί» που υποστηρίζουν ότι στο καθένα μπορεί να διακριθεί μία συνεπής λογοτεχνική σύλληψη και πραγμάτωση από ένα άτομο. Η σύγκριση με προφορικά έπη έδειξε ότι οι προφορικοί ποιητές, με τεχνικές που δεν είναι οικείες σε μια εγγράμματη κοινωνία, μπορούν να συνθέσουν και να απομνημονεύσουν ποιήματα μεγάλης έκτασης.
Από την προφορική θεωρία, προκύπτει το ερώτημα ποια ήταν η συμβολή της γραφής στη σύνθεση των ποιημάτων: καταγράφηκαν την εποχή που συντέθηκαν κατά τη διάρκεια της απαγγελίας, υπαγορεύτηκαν από τον ποιητή ή επιβίωσαν προφορικά και καταγράφηκαν αργότερα;


                                                     Αναλυτική θεωρία 
 
    Η παρουσία κάποιων αντιφάσεων, λογικών κενών ή χασμάτων στο κείμενο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας οδήγησε στην υπόθεση ότι τα σωζόμενα κείμενα δεν είναι ενιαίες ποιητικές συλλήψεις αλλά συνένωση περισσοτέρων έργων. Οι υποστηρικτές αυτής της θεωρίας ονομάστηκαν «αναλυτικοί» και οι απόψεις του μπορούν να διαιρεθούν σε επιμέρους τάσεις. Για την Ιλιάδα, μία από τις αναλυτικές θεωρίες ήταν η θεωρία της επέκτασης, που υποστηρίχθηκε κυρίως από τον Gottfried Hermann (1772-1848): σύμφωνα με αυτή, υπήρχε ένα παλαιό κείμενο, μια αρχική Ιλιάδα, που σταδιακά επεκτάθηκε και πήρε τη σημερινή μορφή. Η θεωρία των ασμάτων, που αναπτύχθηκε από τον Karl Lachmann, θεωρούσε την Ιλιάδα συνένωση μικρότερων επικών ασμάτων (ο Lachmann εντόπιζε περίπου δεκαέξι άσματα). Συγγενική ήταν η θεωρία της συγκόλλησης, με βασικό εκπρόσωπο τον A. Kirchhoff, κατά τον οποίο η Ιλιάδα δημιουργήθηκε από συνένωση μικρότερων επών. Ο ίδιος επιχείρησε ανάλογη ανάλυση και για την Οδύσσεια, για την οποία διατυπώθηκε και μια άλλη άποψη, η θεωρία του διασκευαστή, δηλαδή η άποψη ότι υπήρχε μια αρχική Οδύσσεια που επεκτάθηκε στη συνέχεια με προσθήκες ενός διασκευαστή που υστερούσε σε ποιητική αξία από τον ποιητή του αρχικού έργου.
Προφορικότητα και γραφή
Διαφορετική κατεύθυνση δόθηκε στην ομηρική έρευνα από τη σύγκριση με τις τεχνικές της προφορικής ποίησης. Οι Milman Parry και Albert Lord, βασισμένοι στη διαπίστωση ότι τα δύο έπη εμφανίζουν στερεότυπες σκηνές και εκφράσεις, που συχνά επαναλαμβάνονται αυτούσιες, αξιοποίησαν τις έρευνές τους για την προφορική ηρωική ποίηση γης Γιουγκοσλαβίας για να φωτίσουν τον τρόπο σύνθεσης της Ιλιάδας και της Οδύσσειας και κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι τα δύο κείμενα παρουσιάζουν ανάλογη τεχνική, αφού βασίζονται σε ένα σύνολο στερεότυπων μικρότερων ή μεγαλύτερων φράσεων (λογοτύπων) και τυποποιημένων σκηνών.
Σήμερα είναι αποδεκτό το γεγονός ότι οι τεχνικές στις οποίες βασίστηκε η σύνθεση των δύο επών είναι οι τεχνικές της προφορικής ποίησης, όπως είχαν διαμορφωθεί τους προηγούμενους αιώνες. Η παράδοση τροφοδότησε τον ποιητή τους με μια ειδική τεχνητή διάλεκτο, με στοιχεία διαφόρων εποχών και περιοχών και πολλά συνώνυμα που μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε διαφορετικές μετρικές θέσεις, ένα σύνολο λογοτύπων που αντιστοιχούν σε συγκεκριμένες θέσεις του στίχου, τυπικές σκηνές και τυποποιημένα ευρύτερα επεισόδια. Η συμβολή της γραφής στη σύνθεση ή την καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι δύσκολο να καθοριστεί και έχουν διατυπωθεί διάφορες υποθέσεις: μπορεί ο ποιητής να χρησιμοποίησε τη γραφή για να κάνει ένα σχέδιο της δομής και της σύνδεσης διαφόρων επεισοδίων, ή να υπαγόρευσε σε κάποιον το ποίημα. Είναι βέβαιο ότι και τους επόμενους αιώνες τα έπη είχαν συντηρηθεί στην προφορική παράδοση και απαγγέλλονταν, αλλά δεν γνωρίζουμε αν υπήρχε κάποιο παγιωμένο γραπτό κείμενο. Από τον 6ο αι. π.Χ. μαρτυρείται και μια επαγγελματική ένωση ραψωδών που ονομάζονταν «ομηρίδες», οι οποίοι απήγελλαν κάποια εκδοχή των επών, αλλά δεν γνωρίζουμε αν είχαν στην κατοχή τους κάποιο γραπτό κείμενο. Σημαντική θεωρείται στο θέμα της παγίωσης του ομηρικού κειμένου η συμβολή του Πεισιστράτου που λέγεται ότι καθιέρωσε απαγγελίες του Ομήρου στη γιορτή των Παναθηναίων με βάση ένα σταθερό κείμενο (η λεγόμενη «πεισιστράτεια διόρθωση»).


                                                   Γλώσσα και μέτρο 

     Το μέτρο της Ιλιάδας και της Οδύσσειας είναι ο δακτυλικός εξάμετρος στίχος. Βάση του είναι ο δακτυλικός πους, δηλαδή μια μονάδα που αποτελείται από μία μακρόχρονη συλλαβή και δύο βραχύχρονες (που μπορεί να αντικατασταθούν από μία μακρόχρονη). Ο κάθε στίχος απαρτίζεται από έξι πόδες. Οι πέντε πρώτοι είναι δάκτυλοι και ο έκτος αποτελείται από δύο συλλαβές, την πρώτη υποχρεωτικά μακρόχρονη και τη δεύτερη αδιάφορη. Συνολικά ένας δακτυλικός στίχος μπορεί να αποτελείται από δώδεκα έως δεκαεπτά συλλαβές. Υπάρχει μια ισχυρή νοηματική παύση περίπου στο μέσον του στίχου, καθώς και άλλες μικρότερες που χωρίζουν τον στίχο έως και σε τέσσερις μικρές νοηματικές ενότητες.
   Η γλώσσα του Ομήρου είναι τεχνητή, η οποία ουδέποτε μιλήθηκε, αλλά κατανοητή απ' όλον τον ελληνόφωνο κόσμο. Το υλικό της προέρχεται από διάφορες διαλέκτους και χρονικές περιόδους. Βάση είναι η ιωνική διάλεκτος όπως είχε διαμορφωθεί τον 8ο αι. π.Χ. στα παράλια της Μικράς Ασίας. Υπάρχουν ακόμη πολλά αιολικά στοιχεία αλλά και τύποι παλαιότεροι αναγόμενοι στη μυκηναϊκή εποχή. Δωρικά στοιχεία δεν υπάρχουν, ενώ κάποιοι αττικοί τύποι ενδέχεται να είναι μεταγενέστερες προσθήκες. Η ύπαρξη πολλών συνώνυμων τύπων οι οποίοι προέρχονταν από ποικίλες διαλέκτους ή περιόδους παρείχε μετρικές ευκολίες στον ποιητή, αφού ανάλογα με τη θέση του στίχου μπορούσε να χρησιμοποιήσει μία από πολλές νοηματικά ισοδύναμες λέξεις


Τρίτη 2 Απριλίου 2013

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΗΝ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑ ΚΑΙ ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΟΥ ΚΛΑΔΟΥ ΤΩΝ ΦΥΣΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ


 




    Η επιστημονική σκέψη αρχίζει από τους αρχαίους Έλληνες, βέβαια η ελληνική επιστήμη δεν ξεκίνησε εκ του μηδενός αλλά πολλά επιτεύγματα των Ελλήνων συνδέονται με επιτεύγματα που έλαβαν χώρα στην Μεσοποταμία και στην Αίγυπτο. Η επιστήμη είναι μια δραστηριότητα που αποσκοπεί στη γνώση. Οι επιστήμες που αναπτυχτήκαν στην αρχαία Ελλάδα ήταν τα μαθηματικά, η ιατρική, η φυσική. Οι Αρχαίοι Έλληνες αλλά και οι μετέπειτα Έλληνες επιστήμονες, συνέβαλαν καθοριστικά στην ανάπτυξή τους.

   Η εξέλιξη της φυσικής και της χημείας ως επιστήμη στην Ελλάδα
Φυσική ονομάζεται η επιστήμη που ασχολείται με τη μελέτη των φυσικών φαινομένων και την επεξήγηση τους μέσω θεωρητικών μοντέλων και μαθηματικών περιγραφών. Υπάρχει ένα ιδιαίτερα ευρύ πεδίο ερευνών με το οποίο ασχολείται η επιστήμη αυτή, από τα υποατομικά σωματίδια, ως τη δομή του σύμπαντος.

   Μία τομή με το παρελθόν που έκαναν οι Αρχαίοι Έλληνες με πρώτους τους Έλληνες της Ιωνίας, τον 6ο αιώνα, ήταν η μετάβαση από τον μύθο στον λόγο. Η συνειδητή επιλογή να ερμηνεύσουν τα διάφορα φαινόμενα όχι με τις θρησκευτικές πεποιθήσεις – δοξασίες, αλλά με την ορθολογική σκέψη, έτσι ώστε για τα φυσικά φαινόμενα να επιζητούνται φυσικές ερμηνείες.
Και σήμερα υπάρχουν Έλληνες Φυσικοί επιστήμονες οι οποίοι διαπρέπουν στην επιστήμη τους με διεθνείς διακρίσεις, ερευνητικές μελέτες και γενικότερα με μεγάλη συμβολή στην εξέλιξη του κλάδου των Φυσικών επιστημών.

   Οι Έλληνες χρησιμοποίησαν την σκέψη και τη λογική για την ερμηνεία των φαινομένων που ήταν μέρος της καθημερινότητας τους, αναπτύσσοντας επιστημονική σκέψη, δημιουργώντας επιστήμες μεταξύ των οποίων και την επιστήμη της φυσικής, Παράλληλα έδειξαν τον δρόμο και σε άλλους επιστήμονες για την ανάπτυξη των επιστημών .Έτσι από την αρχαιότητα, αλλά μέχρι και σήμερα Έλληνες Φυσικοί επιστήμονες έχουν συμβάλει καθοριστικά στην ανάπτυξη της Φυσικής και την εξέλιξή της.

   Η Χημεία είναι η επιστήμη που μελετά την ύλη, τη σύνθεση, τη δομή, τις ιδιότητές της και ιδιαίτερα τις μεταβολές της σύστασής της, δηλαδή τις χημικές αντιδράσεις.
Στην Αρχαία Ελλάδα αναπτύχθηκε το φιλοσοφικό ρεύμα από το 440 π.χ. Επίσης είχαν αναπτυχθεί μέθοδοι καθαρισμού ουσιών, όπως περιγράφεται από τον Πλίνιο τον Πρεσβύτερο στο έργο του Naturalis Historia (Φυσική Ιστορία).

Τρίτη 26 Φεβρουαρίου 2013

Ο ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ

                                   
                                       
                                       ΟI ΡΙΖΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΥ   

    Οι ρίζες του ελληνικού αθλητισμού μπορούν να αναζητηθούν στην Εποχή του Χαλκού. Οι πρώτες δραστηριότητες που πιθανώς συνδέονται με την έννοια της αθλητικής άμιλλας είναι τα περίφημα «ταυροκαθάψια», καθώς και σκηνές πυγμαχίας και πάλης που συναντούμε σε τοιχογραφίες, σφραγιδόλιθους και λίθινα αγγεία της Μινωικής Κρήτης και της Θήρας
Η πρώτη πραγματική περιγραφή αγώνων απαντά στη Ιλιάδα και αφορά στα «επιτάφια άθλα» που οργάνωσε ο Αχιλλέας προς τιμήν του νεκρού Πατρόκλου. Αλλά και στην Οδύσσεια,ο βασιλιάς των Φαιάκων Αλκίνοος οργανώνει αγώνες προς τιμήν του Οδυσσέα.
    Στους ιστορικούς χρόνους οι αγώνες διεξάγονταν πάντα στα πλαίσια μεγάλων θρησκευτικών εορτών. Τα στάδια ήταν άμεσα συνδεδεμένα με τα ιερά και οι αγώνες αποτελούσαν ένα είδος προσφοράς στους θεούς. Για τους περισσότερους αγώνες υπήρχαν ιδρυτικοί μύθοι που τους συνέδεαν με κάποιον τοπικό ήρωα ή τον οικιστή της πόλης, με τον καιρό όμως όλοι συνδέθηκαν με το όνομα κάποιου ολύμπιου θεού.
Στην Αθήνα, ο νομοθέτης Σόλωνας, κατέστησε το μάθημα της γυμναστικής υποχρεωτικό. Ακόμη, η πολιτεία έδινε τεράστια σημασία, στη γυμναστική αγωγή όλων των νέων καθώς οι αρχαίοι Έλληνες θεωρούσαν ότι η υγεία του σώματος, πρέπει να συμβαδίζει με την πνευματική ανέλιξη. Χαρακτηριστικό είναι άλλωστε το αρχαίο ελληνικό ρητό, «Νους υγιής εν σώματι υγιή».
Ακόμη, ο Πλάτων έλεγε πως η σωματική αδυναμία και καχεξία, συμβαδίζουν με τη δειλία ενώ το γερό σώμα, προσφέρει υγεία, αυτοπεποίθηση και θάρρος στα προβλήματα της ζωής. Τα αγόρια στην αρχαία Ελλάδα, γυμνάζονταν μόνα τους, ενώ τα κορίτσια με εξαίρεση την αρχαία Σπάρτη, δεν γυμνάζονταν.Στην Σπάρτη η γυναίκα γυμναζόταν όπως οι άνδρες και ήταν γνωστή για τις αθλητικές της ικανότητες. Συμμετείχε στην πάλη,  ενώ εκπαιδευόταν στο δίσκο και στο ακόντιο.
Μεταξύ των πολυάριθμων αγώνων της αρχαιότητας, τέσσερις ήταν εκείνοι που απέκτησαν πανελλήνιο κύρος: τα Ολύμπια, που διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια στην Αρχαία Ολυμπία προς τιμήν του Διός, τα Πύθια, που διεξάγονταν επίσης κάθε τέσσερα χρόνια στους Δελφούς προς τιμήν του Απόλλωνα, τα Ίσθμια, κάθε δύο χρόνια στο Ιερό του Ποσειδώνα στην Ισθμία, και τα Νέμεια, επίσης κάθε δύο χρόνια στο Ιερό του Διός στη Νεμέα. Οι πανελλήνιοι αγώνες συνέβαλαν αποφασιστικά στη διαμόρφωση μιας κοινής πολιτισμικής, θρησκευτικής, πολιτικής και ενδεχομένως εθνικής ταυτότητας μεταξύ των κατοίκων των ελληνικών πόλεων.

                                                           ΤΑ ΟΛΥΜΠΙΑ

    Τα Ολύμπια φαίνεται ότι ήταν οι αρχαιότεροι αγώνες αφού η παράδοση τοποθετεί την έναρξή τους στο 776 π.Χ. Αρχικά είχαν τοπικό χαρακτήρα, αλλά βαθμιαία άρχισαν να προσελκύουν και κατοίκους γειτονικών περιοχών, ώσπου τελικά καθιερώθηκαν ως ο σπουδαιότερος αθλητικός θεσμός του αρχαίου κόσμου, που διάρκεσε χωρίς διακοπή από το 776 π.Χ. έως το 393/4 μ.Χ. Η σημασία των Ολυμπιακών Αγώνων μαρτυρείται τόσο από το γεγονός ότι κατά τη διάρκειά τους διακόπτονταν οι πολεμικές δραστηριότητες (ολυμπιακή εκεχειρία) όσο και από το ότι οι Ολυμπιάδες (τα διαστήματα μεταξύ δύο Ολυμπιακών αγώνων) χρησίμευαν και ως επίσημη μέθοδος μέτρησης του χρόνου (π.χ. «το δεύτερο έτος της 10ης Ολυμπιάδας»). 
Οι άλλοι τρεις πανελλήνιοι αγώνες ήταν μάλλον μεταγενέστεροι και πάντως δεν απέκτησαν πανελλήνιο κύρος μέχρι τις αρχές του 6ου αι. π.Χ. Και οι τέσσερις αγώνες μαζί αποτελούσαν μια περίοδο και αποτελούσε ιδιαίτερη τιμή για έναν αθλητή να αναδειχθεί νικητής σε όλους (περιοδονίκης).
 Μεταξύ των πολυάριθμων τοπικών αγώνων, οι γνωστότεροι ήταν τα Παναθήναια, που ελάμβαναν χώρα στην Αθήνα στη γιορτή των Παναθηναίων, χωρίς όμως να αποκτήσουν ποτέ πανελλήνιο κύρος.
 Στην αρχαία Σπάρτη επίσης, διοργανώνονταν ετήσιοι αγώνες σφαιροβολίας. Οι ομάδες που έπαιρναν μέρος λέγονταν σφαιρεις και ήταν εκπρόσωποι των λεγόμενων ωβών, δηλαδή των τοπικών οικογενειών.

              
                                                     ΑΘΛΗΤΕΣ ΚΑΙ ΝΙΚΗΤΕΣ


    Γενικότερα οι αρχαίοι χώριζαν τους αγώνες σε «στεφανίτες» ή «ιερούς», στους οποίους οι νικητές έπαιρναν ως έπαθλο μόνον ένα στεφάνι, και σε «θεματικούς» ή «χρηματίτες», συνήθως τοπικούς αγώνες στους οποίους τα έπαθλα ήταν υλικά. Οι τέσσερις πανελλήνιοι αγώνες ήταν «στεφανίτες» ενώ οι Παναθηναϊκοί «χρηματίτες».
    Η σημασία της νίκης ενός αθλητή στους αγώνες, κυρίως στους πανελλήνιους, ήταν τεράστια: κέρδιζε το θαυμασμό εχθρών και φίλων, ενώ οι συμπολίτες του τού επιφύλασσαν θερμή υποδοχή και συχνά κατεδάφιζαν τμήμα του τείχους της πόλης προς τιμήν του. Κατά την Ελληνιστική περίοδο, μάλιστα, υπήρξαν περιπτώσεις ολυμπιονικών που αφηρωίστηκαν, λατρεύτηκαν δηλαδή ως ήρωες μετά θάνατον. Δεν έλειπαν, πάντως, και τα οικονομικά προνόμια, ενώ συχνά η νίκη στους αγώνες έπαιρνε και πολιτική χροιά, καθώς ήταν το πρώτο βήμα για την εκπλήρωση προσωπικών φιλοδοξιών.


                                                        ΤΑ ΑΓΩΝΙΣΜΑΤΑ


    Δρόμος: αγώνες ταχύτητας - στάδιον, δίαυλος, οπλιτοδρομία - αγώνας αντοχής, δόλιχος
    Πένταθλο: άλμα, δίσκος, ακόντιο, δρόμος, πάλη
    Βαρέα αθλήματα: πάλη, πυγμή, παγκράτιον
    Ιππικά αγωνίσματα: αρματοδρομίες και ιπποδρομίες


                                                      ΟΙ ΧΩΡΟΙ ΑΘΛΗΣΗΣ

    Οι αθλητικοί χώροι που λειτουργούσαν ήταν το Στάδιο, το Γυμνάσιο και ο Ιππόδρομος, τους οποίους συναντάμε όχι μόνον στα μεγάλα ιερά αλλά και στις περισσότερες  ελληνικές πόλεις. Από αυτούς ο σημαντικότερος ήταν το Γυμνάσιο. Εκεί ελάμβανε χώρα η εκγύμναση των αθλητών αλλά και η προετοιμασία των εφήβων για τη στρατιωτική τους θητεία. Αποτελούσε αναπόσπαστο τμήμα κάθε ελληνικής πόλης και γρήγορα εξελίχθηκε σε χώρο γενικότερης μόρφωσης και καλλιέργειας πνευματικών και ηθικών αξιών, όπου συγκεντρώνονταν καλλιτέχνες, φιλόσοφοι και ρήτορες. Στα Γυμνάσια, οι νέοι ασκούσαν το σώμα και σφυρηλατούσαν το πνεύμα τους με σκοπό να γίνουν πολίτες ικανοί να συμμετάσχουν στα κοινά και να υπερασπιστούν την πατρίδα τους. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι τα τρία δημόσια γυμνάσια των Αθηνών εξελίχθηκαν σε κέντρα των σημαντικότερων φιλοσοφικών σχολών της Κλασικής περιόδου,η Ακαδημία του Πλάτωνα, το Λύκειο του Αριστοτέλη και το Κυνόσαργες του Αντισθένη.


                                                    ΑΘΛΗΤΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΗ


    Οι αθλητικοί αγώνες εκτός από σημαντικότατος κοινωνικός θεσμός ήταν και μια πραγματική πηγή καλλιτεχνικής δημιουργίας. Μερικά από τα αριστουργήματα της αρχαίας ελληνικής πλαστικής και μεταλλουργίας, όπως π.χ. ο περίφημος Ηνίοχος των Δελφών και ο δισκοβόλος, το φημισμένο χάλκινο έργο του αρχαίου Έλληνα καλλιτέχνη Μύρωνα που χρονολογείται γύρω στο 450 π.Χ. αποτελούν αναθήματα νικητών στα αντίστοιχα ιερά, ενώ δε θα πρέπει να παραβλέπουμε τις αναρίθμητες αθλητικές σκηνές που κοσμούν μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία και, βέβαια, την ποίηση που αναπτύχθηκε σε σχέση με τους αγώνες, με κυριότερους εκπροσώπους το Βακχυλίδη, το Σιμωνίδη και τον Πίνδαρο.


Τρίτη 19 Φεβρουαρίου 2013

Η ΕΞΕΛΙΞΗ ΤΩΝ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ



 
   Η ιστορία της επιστήμης στην αρχαία Ελλάδα, ξεκινάει με τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Την εποχή εκείνη η επιστήμη και η φιλοσοφία δεν αποτελούσαν ξεχωριστά αντικείμενα όπως σήμερα. Η δίψα για γνώση ξεκινούσε από φιλοσοφικά ερωτήματα σχετικά με τη φύση του ανθρώπου και του κόσμου. Οι απαντήσεις δίνονταν μέσα από έναν φιλοσοφικό τρόπο σκέψης και όχι με μεθόδους που θεωρούμε σήμερα “επιστημονικές". Έτσι η αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία γέννησε την Επιστήμη κι όχι αντίθετα. Η φιλοσοφία αγκάλιαζε και δικαιολογούσε την επιστημονική έρευνα, με την έννοια που εμείς δίνουμε σήμερα στην επιστήμη.

   Η Φυσική Φιλοσοφία των Προσωκρατικών αποτέλεσε τη γέφυρα που συνέδεσε τον αρχαίο μυστικισμό και τη φιλοσοφία, με την επιστήμη και τη φιλοσοφία της κλασσικής Ελλάδας η οποία αποτέλεσε το λίκνο αυτού που σήμερα ονομάζουμε “Δυτικό πολιτισμό". Σ’ αυτήν μπορούμε να διακρίνουμε δύο τάσεις.

α. Η μία πιο μυστικιστική που ακολουθεί την παράδοση και το θρησκευτικό μυστικισμό των Ορφικών αντιπροσωπεύεται απ’ τον Πυθαγόρα.

β. Η άλλη προσπαθεί να αποσπασθεί από την παράδοση και να εκφράσει τη δομή και την οργάνωση της Φύσης με διαφορετική μέθοδο και ορολογία και αντιπροσωπεύεται από τους Ίωνες φιλοσόφους (Ηράκλειτος, Θαλής, Αναξίμανδρος, Αναξιμένης) καθώς και από τους Ελεάτες (Ζήνωνας, Παρμενίδης).

   Οι προσωκρατικοί ονομάστηκαν “Φυσικοί Φιλόσοφοι” επειδή προσπαθούσαν μέσα απ’ τη μελέτη της φύσης να πλησιάσουν και να γνωρίσουν την “Πρώτη Αρχή” που κινεί τα πάντα. Επιχείρησαν να ερευνήσουν τους Νόμους της Φύσης, ανάγοντας την όλη δομή του Σύμπαντος σε κάποιο “υλικό στοιχείο Έτσι προκύπτουν διαφορετικές θεωρήσεις:

α. ο Θαλής ο Μιλήσιος θεωρεί αρχή των πάντων το “Υδωρ” και βλέπει έναν θεό μέσα σε καθετί [1],

β. ο Αναξίμανδρος το “Άπειρο”,

γ. ο Αναξιμένης τον “Αέρα”,

δ. ο Ηράκλειτος το “Πυρ”

ε. και ο Παρμενίδης το “Ον".

   Αυτές οι θεωρήσεις οδήγησαν στο να χαρακτηριστούν “Υλοζωιστές” (δηλ. “αυτοί που πιστεύουν ότι η ύλη είναι ζωντανή”) επειδή έδιναν έμβια χαρακτηριστικά σε άψυχα στοιχεία (νερό, αέρας, φωτιά). Αλλά όλες αυτές οι διαφορετικές θεωρήσεις αποτελούν όψεις μιας Πρώτης Αιτίας που για τους προσωκρατικούς ήταν ο στόχος της μελέτης τους. Η έρευνα στρέφεται απ’ το εξωτερικό περιβάλλον προς το εσωτερικό του ανθρώπου. Η Φιλοσοφία και η Ηθική κυριαρχούν. Το ενδιαφέρον για τη γνώση δεν έχει χαθεί, απλά αυτή αλλάζει αντικείμενο και στόχο.

   Στα έργα του Πλάτωνα - στα οποία διακρίνονται έντονες πυθαγόρειες επιδράσεις - η Γεωμετρία και τα Μαθηματικά έχουν μια ξεχωριστή θέση. Αποτελούν εργαλεία για να γνωρίσει ο άνθρωπος τον εαυτό του και τους κρυμμένους νόμους της φύσης, να πλησιάσει το Ον. Η φράση“Ουδείς αγεωμέτρητος εισί”(= ας μην εισέλθει κάποιος αγεωμέτρητος) που δέσποζε στην είσοδο της Ακαδημίας, έκφραζε την πλατωνική θεώρηση που ήθελε τη φύση οργανωμένη με μαθηματικούς νόμους και αναλογίες, αποτυπωμένους σ’ ένα “γεωμετρικό” μοντέλο του κόσμου. Στον έργο του “Τίμαιος” ο Πλάτωνας σχεδιάζει μια κοσμογονία σύμφωνα με μια πυθαγόρεια γραμμή και παρουσιάζει τη μουσική να στηρίζεται σε μαθηματικούς λόγους.


   Μετά τον Πλάτωνα, ο Αριστοτέλης δίνει μια νέα ώθηση στην επιστημονική μεθοδολογία. Δίχως να παραγνωρίζει τη μεταφυσική όψη της, ο Αριστοτέλης κατευθύνει την έρευνά του σε πιο πρακτικούς στόχους. Μελετά τον άνθρωπο και τη φύση συστηματοποιώντας την έρευνα σε τομείς παρόμοιους με αυτούς της σημερινής επιστήμης.Ουσιαστικά η νοοτροπία του σημερινού πολιτισμού βασίζεται στο αριστοτέλειο ορθολογιστικό μοντέλο σκέψης, το οποίο επικράτησε στα χρόνια της Αναγέννησης έναντι του πλατωνικού μεταφυσικού μοντέλου. Η ταξινόμηση, η παρατήρηση, το πείραμα, η ανάλυση, αν και δεν χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά απ’ τον Σταγειρίτη φιλόσοφο, αποτέλεσαν τον άξονα της θεώρησής του για τον κόσμο. Αργότερα η αριστοτέλεια μεθοδολογία θα υιοθετηθεί απ’ τον Ευρωπαϊκό Διαφωτισμό απ’ τον οποίο ξεπήδησε η επιστήμη των ημερών μας.

   Στα ελληνιστικά χρόνια, (323-30 π.Χ.) αν και δεν έχουμε μια “επιστημονική επανάσταση”, αναπτύσσεται έντονη ερευνητική δραστηριότητα σε επιστήμες όπως τα Μαθηματικά, η Μηχανική και η Αστρονομία. Παρουσιάζονται σπουδαίοι μαθηματικοί (Ευκλείδης, Αρχιμήδης,Απολλώνιος) και αστρονόμοι (Ίππαρχος). Την ίδια εποχή οι Αιγύπτιοι αλχημιστές προσπαθούν να ερμηνεύσουν τις χημικές αντιδράσεις με την αριστοτέλεια λογική κάνοντας βήματα προς τη μεταγενέστερη “επιστημονική χημεία".



                                                         ΑΣΤΡOΝΟΜΙΑ
 
   Τις πρώτες Αστρονομικές θεωρήσεις μπορούμε να τις αποδώσουμε στους Πυθαγόρειους αστρονόμους - μαθηματικούς, που προσπαθούσαν μέσα απ’ τα Ιερά Μαθηματικά τους να ανακαλύψουν τις αρμονίες του Σύμπαντος. Το μοντέλο του ηλιακού μας συστήματος που προτείνουν, περιλαμβάνει μια Κεντρική Εστία γύρω απ’ την οποία περιστρέφονται όλα τα ουράνια σώματα που βρίσκονται κοντά στη Γη. Παρουσιάζουν δηλ. ένα ηλιοκεντρικό σύστημα 2.000 χρόνια πριν απ’ τη διατύπωσή του απ’ τον Κοπέρνικο.
Επίσης πρώτος ο Πυθαγόρας (585 ή 565 - 500; π.Χ.) αναφέρεται στη σφαιρικότητα της Γης. Αργότερα την ίδια άποψη υποστήριξαν ο Ικέτας και ο Έκφαντος οι οποίοι δίδαξαν και την περιστροφή της Γης γύρω απ’ τον άξονά της. Στον αντίποδα των πυθαγορείων υπολογισμών - και στην ίδια εποχή - ο Αναξίμανδρος δεχόταν τη Γη μετέωρη στο διάστημα, αλλά και σαν κέντρο του κόσμου.
Αργότερα ο Πλάτωνας (428-348 π.Χ.) προσπάθησε να παρουσιάσει ένα ηλιοκεντρικό μοντέλο με την αντίληψη της ομαλής κυκλικής κίνησης των ουρανίων σωμάτων γύρω απ’ την κεντρική εστία, θέλοντας ίσως να δώσει μια νομοτελειακή και μαθηματικά αρμονική όψη του Σύμπαντος. Επηρεασμένος απ’ τις πλατωνικές ιδέες ο Εύδοξοςπαρουσιάζει την υφήλιο σαν ένα σύστημα ομόκεντρων σφαιρών. Σε κάθε πλανήτη  αποδίδει τέσσερις ομόκεντρες σφαίρες, ενώ στον Ήλιο και τη Σελήνη τρεις.
Ο Αριστοτέλης (384-323/2 π.Χ.) υιοθέτησε το μοντέλο του Εύδοξου, άλλαξε όμως το κέντρο του. Παρουσιάζει τον κόσμο σαν “κρεμμύδι” που αποτελείται από 55 ομόκεντρες σφαίρες, στο κέντρο των οποίων βρίσκεται η Γη. Το γεωκεντρικό σύστημα του Αριστοτέλη έμελλε να επικρατήσει σ’ όλο τον δυτικό κόσμο μέχρι τον 16ο αι. μ.Χ., αφού υιοθετήθηκε απ’ την χριστιανική κοσμοθεωρία που επικράτησε τους πρώτους αιώνες μ.Χ.
Κάποια σκοτεινά σημεία που άφηνε η αριστοτέλεια άποψη για τον κόσμο, προσπάθησε να διορθώσει ο Ηρακλείδης ο Πόντιος (4ος αι. π.Χ.), φτάνοντας στην υπόθεση ότι ο Ερμής και η Αφροδίτη κινούνται γύρω απ’ τον Ήλιο κι όχι γύρω απ’ τη Γη. Πάντως και γι’ αυτόν ο Ήλιος και οι υπόλοιποι πλανήτες περιστρέφονται γύρω απ’ τη Γη. Για να εξηγήσει δε τις ημερήσιες κινήσεις των ουρανίων σωμάτων δέχτηκε ότι η Γη περιστρέφεται και η ίδια γύρω απ’ τον άξονά της.
Παρόλα αυτά η ιδέα ενός ηλιοκεντρικού συστήματος και της σφαιρικής Γης δεν είχε ακόμα εγκαταλειφθεί. Την διατυπώνει ξανά ο Αρίσταρχος ο Σάμιος τον 3ο αι. μ.Χ.
Γύρω στο 235 π.Χ. Ο Ερατοσθένης, υπεύθυνος της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας, υπολογίζει τη περίμετρο της Γης μετρώντας τη σκιά ενός ραβδιού και την βρίσκει ίση με 40.000 χλμ., σχεδόν όσο την υπολογίζουν και οι σημερινοί επιστήμονες με τα σύγχρονα μέσα. Το “σφάλμα” του Ερατοσθένη θεωρείται μηδαμινό. Ο ίδιος μάλιστα θεμελίωσε την επιστημονική Γεωγραφία και σχεδίασε έναν χάρτη του τότε γνωστού κόσμου που περιλάμβανε ένα τμήμα της Ευρώπης, ένα της Ασίας και ένα της Β. Αφρικής.
 Μια ακόμα μεγάλη μορφή της Αστρονομίας εμφανίζεται γύρω στο 130 π.Χ.: ο Ίππαρχος. Υποστηρικτής κι αυτός του γεωκεντρικού συστήματος, δεν τοποθετεί τη Γη στο γεωμετρικό κέντρο μιας κυκλικής τροχιάς, αλλά σ’ έναν έκκεντρο κύκλο στον οποίο ο πλανήτης μας κατείχε τη θέση έκκεντρου. Έτσι έλυσε κάποιες ανισότητες και μη κανονικότητες που παρατηρούνταν στις κινήσεις του Ήλιου και της Σελήνης και δικαιολόγησε την ανισότητα στη διάρκεια των εποχών. Παρατήρησε επίσης το φαινόμενο της μετάπτωσης των ισημεριών (σχήμα 1) και έδωσε τις μαθηματικές μεθόδους που επέτρεπαν τον υπολογισμό του γεωγραφικού μήκους.

Σχήμα 1
Η μεταπτωτική κίνηση του γήινου άξονα κλείνει έναν κύκλο κάθε 25.800 χρόνια περίπου. Γι’ αυτήν είχε μιλήσει ο Ίππαρχος γύρω στο 130 π.Χ. Στην Ευρώπη ξανάγινε γνωστή τον 16ο αι. απ’ τον Νικόλαο Κοπέρνικο.

Την εικόνα που έχει σχηματιστεί για την Αστρονομία στην αρχαία Ελλάδα ήρθε να συμπληρώσει κάποιο ένα αρχαιολογικό εύρημα: ο “αστρολάβος των Αντικυθήρων” του 1ου αι. π.Χ. Πρόκειται για ένα σύστημα από 20 αλληλοεξαρτώμενους οδοντωτούς τροχούς που κινούσε κάποιους δείκτες μπροστά σε τρεις πλάκες με διαβαθμίσεις. Η κίνηση αυτή των τροχών έδειχνε την πορεία του Ήλιου, την πορεία και τις φάσεις της Σελήνης και τις κινήσεις ορισμένων πλανητών.



                                                                ΦΥΣΙΚΗ

    Η μελέτη των φυσικών φαινομένων ξεκινάει όπως προαναφέρθηκε απ’ τους προσωκρατικούς φιλοσόφους. Οι θεωρίες που αναπτύσσονται για την σύσταση και την ουσία του σύμπαντος, φαίνονται ακατανόητες απ’ τον σημερινό πολιτισμό (τουλάχιστον αν παρθούν κατά γράμμα και δεν γίνει μια συγκριτική μελέτη πάνω σ’ αυτές).
Οι ατομικοί φιλόσοφοι (Λεύκιππος, Δημόκριτος, Επίκουρος) υποστηρίζουν ότι καθετί στο Σύμπαν (έμψυχο ή άψυχο) απαρτίζεται από μικροσκοπικά αδιαίρετα κομμάτια ύλης, τα ά-τομα. Οι διάφοροι συνδυασμοί των ατόμων (μόρια) παράγουν όλους στους σχηματισμούς της φύσης.
Τι κρύβονταν όμως πίσω απ’ όλα αυτά; Τι κινούσε τους κόσμους; Ποια η φύση και οι ιδιότητες της Πρώτης Αιτίας; Τέτοιου είδους ερωτήσεις - που η σημερινή επιστήμη κατατάσσει στο χώρο της “μεταφυσικής” - έθεσαν οι φυσικοί φιλόσοφοι της αρχαίας Ελλάδας. Μέσα από ένα πλήθος θεωριών ξεχωρίζουν δύο:
α. η άποψη του Ελεάτη φιλόσοφου Παρμενίδη που περιγράφει την “βασική αιτία” των πραγμάτων να είναι σταθερή, αμετάβλητη και αδιάφθορη (το αμετάβλητο “Ον” του Παρμενίδη)
β.  και η αντίθετη άποψη του Ηράκλειτου ο οποίος διακήρυσσε ότι “Τα Πάντα Ρει” δηλ. ότι τα πάντα υπόκεινται σ’ ένα συνεχές γίγνεσθαι.
Ίσως όμως τελικά να μην πρόκειται για δύο αντίθετες θεωρίες, αλλά αυτές να αλληλοσυμπληρώνονται με μια πιο “φιλοσοφική” ματιά - με παρόμοιο τρόπο που τα διαφορετικά “θεμέλια στοιχεία” των προσωκρατικών (ύδωρ, αήρ, πυρ, άπειρο) αποτελούν όψεις της ίδιας Αρχής.
Συγκεκριμένες όμως προόδους έχουμε από τους Πυθαγόρειους στον τομέα της Ακουστικής. Αυτοί είχαν ανακαλύψει ότι ο ήχος ήταν αποτέλεσμα δονήσεων που μεταδίδονταν μέσω του αέρα. Ο ίδιος ο Πυθαγόρας είχε διαγνώσει τους αριθμητικούς λόγους των συγχορδιών και είχε εφεύρει τον “κανόνα".
Σημαντική στην Φυσική είναι και η συνεισφορά του Αριστοτέλη. Ο μαθητής του Πλάτωνα ανάμεσα στα άλλα θέματα με τα οποία πραγματεύεται, θέτει τις βάσεις μιας Μηχανικής της κίνησης των σωμάτων παρόμοιας με αυτήν του Νεύτωνα (17ος αι. μ.Χ.). Υποστηρίζει ότι η ύπαρξη συνεχούς κίνησης προϋποθέτει την ύπαρξη μιας συνεχούς αιτίας: μιας δύναμης που δρα πάνω στο κινούμενο σώμα. Μάλιστα η ποιότητας της κίνησης των σωμάτων κάνει τον Αριστοτέλη να χωρίσει το σύμπαν σε δύο περιοχές:
α. στη γήινη περιοχή, την οποία χαρακτηρίζει η ευθύγραμμη κίνηση και
β. στη ουράνια περιοχή που χαρακτηρίζει από την κυκλική κίνηση.
Οι περιοχές αυτές διέπονται απ’ τους δικούς τους νόμους η καθεμιά και ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τους νόμους της δεύτερης για να εξηγήσει τις κινήσεις των ουρανίων σωμάτων του γεωκεντρικού του συστήματος.
 Ο Αρχιμήδης μαθηματικός, φυσικός και μηχανικός του 3ου αι. π.Χ. δεν ασχολείται μόνο με τη θεωρητική μελέτη των φυσικών φαινομένων, αλλά τα περιγράφει με μαθηματικά μοντέλα και προχωράει σε τεχνολογικές εφαρμογές και εφευρέσεις. Μελετάει τη μηχανική των μοχλών και ασχολείται με μηχανικές κατασκευές: πολύσπαστο (σχήμα 2), ατέρμων κοχλίας, ελικοειδής αντλία κ.ά.
Σχήμα 2 Πολύσπαστο. (Μια σειρά τροχαλιών έχει σαν αποτέλεσμα τη μείωση της απαιτούμενης μυϊκής δύναμης για την ανύψωση βάρους)
Με το έργο του “Περί επιπέδων ισορροπιών” καθιερώνεται ως θεμελιωτής της Στατικής. Διατύπωσε επίσης και νόμους της Υδροστατικής (π.χ. άνωση) γράφοντας δύο βιβλία με τον τίτλο “Περί των εν υδάτι εφισταμένων ή περί οχουμένων.
Στον τομέα της Μηχανικής πρέπει ακόμα να σημειώσουμε τις γνώσεις των αρχαίων Ελλήνων για τη δύναμη του ατμού, την οποία όμως δεν εκμεταλλεύτηκαν με τον τρόπο που έγινε τον 18ο και 19ο αι. στην Ευρώπη.
Έντονη δραστηριότητα σημειώνεται και στον τομέα της Οπτικής. Ο Πλάτωνας θεωρεί ότι το φως είναι “πυρ” ή “κάτι σαν πυρ”· αντίθετα ο Δημόκριτος υποστηρίζει ότι είναι “ακτινοβολία από μικρότατα σωματίδια”.
Αργότερα ο Εμπεδοκλής (490-430 π.Χ.) θεωρεί ότι το φως είναι “κίνηση” και έτσι θα πρέπει να διαδίδεται με κάποια συγκεκριμένη ταχύτητα (μια θεώρηση που εξετάζεται ξανά μόνο στην σύγχρονη εποχή με την μέτρηση της ταχύτητας του φωτός).



                                                              ΙΑΤΡΙΚΗ
 
    Ο Ασκληπιός ήταν ο θεός της Ιατρικής στην αρχαία Ελλάδα. Τα ιερά του, που είναι διασκορπισμένα σ’ όλο τον ελληνικό χώρο, ήταν παράλληλα και θεραπευτικά κέντρα. Οι ασθενείς που κατέφευγαν στα “Ασκληπιεία” υποβάλλονταν στη διαδικασία της “εγκοίμησης” (αφού προηγούνταν καθαρμοί), κατά την οποία στον κοιμισμένο ασθενή παρουσιαζόταν ο ίδιος ο Ασκληπιός είτε για να τον θεραπεύσει είτε για να του δώσει συμβουλές.
Εξέχουσα μορφή στο χώρο της ιατρικής αποτελεί ο Ιπποκράτης (Κω 460 π.Χ.-Λάρισα 380 π.Χ.). Ξεχωρίζει τη θρησκεία απ’ την Ιατρική και βάζει τις βάσεις για τη σημερινή “επιστημονική ιατρική Το έργο του “Αφορισμοί” αποτελεί βασικό ιατρικό σύγγραμμα μέχρι και τον 18ο αι. Η θεωρία του για τους χυμούς του ανθρώπινου σώματος (αίμα, φλέγμα, κίτρινη χολή και μαύρη χολή), επηρέασε για πολλούς αιώνες την Ιατρική. Τα υγρά αυτά έπρεπε να βρίσκονται στις σωστές αναλογίες στο ανθρώπινο σώμα για να είναι αυτό υγιές και η ανθρώπινη προσωπικότητα ισορροπημένη. Στην ιστορία επίσης έχει μείνει ο ηθικός του κώδικας στον οποίο καθορίζει την αποστολή και τα καθήκοντα του γιατρού. Ακόμα και σήμερα οι γιατροί παίρνουν τον “Ορκο του Ιπποκράτη” για να ασκήσουν το ιατρικό επάγγελμα.
Ο μαθητής του Πυθαγόρα, ο Αλκμαίων μπορεί να θεωρηθεί ιδρυτής της Εμβρυολογίας, αφού μελέτησε την ανάπτυξη του εμβρύου, περιέγραψε τη διαφορά μεταξύ αρτηριών και φλεβών ενώ ανακάλυψε και τη σύνδεση εγκεφάλου και ματιού μέσω του οπτικού νεύρου. Ο Αριστοτέλης επίσης πρόσφερε πολλά στην Ιατρική με τις βιολογικές του έρευνες.
Αργότερα ιδρύονται οι πρώτες ιατρικές σχολές, όπως η περίφημη σχολή της Αλεξάνδρειας που αποτέλεσε κέντρο της ιατρικής επιστήμης και κατά τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εξέχουσες μορφές της θεωρούνται ο Ηρόφιλος (πατέρας της Ανατομίας) και ο Ερασίστρατος (πατέρας της Φυσιολογίας).
Ο δεύτερος μεγάλος γιατρός της αλεξανδρινής εποχής, ο Ερασίστρατος, γεννήθηκε στην Κέα. Απέρριπτε (όπως και ο Ηρόφιλος) την θεωρία των χυμών του Ιπποκράτη. Η συμβολή του εντοπίζεται στους τομείς της Φυσιολογίας και της Παθολογίας. Η μελέτη του για την κυκλοφορία του αίματος τον οδήγησε σε χρήσιμα συμπεράσματα που χρησιμοποιούσε για την θεραπεία ασθενειών. Θεωρούσε π.χ. ότι η σωστή κυκλοφορία του αίματος συντελούσε στην υγεία, ενώ η παρεμπόδιση της κυκλοφορίας του εξαιτίας της πλήρωσης των αγγείων με αίμα και του πλεονάσματος τροφής, οδηγούσε σε αρρώστιες.
Αντίθετος στην άποψη του Αριστοτέλη περί χυμών, ο Ασκληπιάδης (γεν. το 124 π.Χ. στη Βιθυνία), επηρεασμένος απ’ την άποψη του Δημόκριτου για το ά-τομο υποστηρίζει ότι οι ασθένειες προέρχονται από σύσφιγξη ή χαλάρωση των δομικών στοιχείων του οργανισμού (των ατόμων). Ο ίδιος δίδει ιδιαίτερη σημασία στις ψυχικές παθήσεις και προσπαθεί να εφαρμόσει θεραπείες που περιελάμβαναν τη δημιουργική απασχόληση του ασθενή (απασχολησιοθεραπεία), το άκουσμα κατευναστικής μουσικής, καθώς και σωματικές ασκήσεις. Η μετάβαση του στη Ρώμη γύρω στο 91 π.Χ. συντελεί σε μεγάλο βαθμό στην μετάδοση ιατρικών γνώσεων της Ελλάδας στη Ρώμη.



                                                              ΒΙΟΛΟΓΙΑ

   Πέρα απ’ τις θεωρίες των προσωκρατικών Αναξίμανδρου και Αναξιμένη για την προέλευση της ζωής, ιδιαίτερη μνεία πρέπει να γίνει στο έργο του Αριστοτέλη για την συστηματική κατάταξη των ζώων· τα χώρισε σε «άναιμα» (δίχως αίμα: κεφαλόποδα, ανώτερα καρκινοειδή, έντομα και οστρακόδερμα) και «έναιμα» (με αίμα: θηλαστικά εκτός απ’ τα κητώδη). Η έρευνά του επεκτάθηκε στην κληρονομικότητα. Παραδέχτηκε ότι τα είδη μεταβάλλονται, αρνούνταν όμως κάθε φυσική επιλογή (μοντέλο δαρβινισμού). Το έργο του συνέχισε ο μαθητής του Θεόφραστος συνενώνοντας πολλά είδη σε ένα “γένος".
Στα ελληνιστικά χρόνια ξεχωρίζει το έργο του Ηρόφιλου ο οποίος - όπως είδαμε και παραπάνω - έκανε ανατομές ανθρωπίνων πτωμάτων και τα σύγκρινε με ζώων για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο εγκέφαλος είναι το κέντρο του νευρικού συστήματος και έδρα της σκέψης. Επίσης ο σύγχρονός και αντίζηλός του Ερασίστρατος μελέτησε την κυκλοφορία του αίματος και υποψιάστηκε την παρουσία τριχοειδών αγγείων.